Η συναισθηματική ασφάλεια δεν έχει να κάνει με το να μην στεναχωρηθεί ποτέ ένα παιδί ή να μη δυσκολευτεί. Έχει να κάνει με το να ξέρει πως, ό,τι κι αν νιώσει, υπάρχει ένας ενήλικας που θα είναι εκεί.
Ένα παιδί αισθάνεται συναισθηματικά ασφαλές όταν νιώθει ότι το αγαπούν και το αποδέχονται, όχι μόνο όταν «συμπεριφέρεται σωστά», αλλά και όταν θυμώνει, φοβάται ή κλαίει. Όταν ξέρει πως τα συναισθήματά του δεν θα το απομακρύνουν από τη σχέση με τον γονιό του.
Η συναισθηματική ασφάλεια χτίζεται μέσα από μικρές καθημερινές στιγμές:
όταν ο γονιός ακούει χωρίς να διακόπτει,
όταν βάζει όρια χωρίς φωνές ή απειλές,
όταν προσπαθεί να καταλάβει τι κρύβεται πίσω από μια συμπεριφορά.

Ένα παιδί που νιώθει ασφαλές δεν σημαίνει ότι δεν θα αντιδράσει ή δεν θα δοκιμάσει τα όρια. Σημαίνει όμως ότι έχει έναν εσωτερικό χώρο για να επιστρέψει. Έναν χώρο όπου μπορεί να ηρεμήσει, να εμπιστευτεί και σιγά σιγά να μάθει να ρυθμίζει τα συναισθήματά του.
Όταν η συναισθηματική ασφάλεια απουσιάζει, το παιδί συχνά εκφράζει τη δυσκολία του μέσα από έντονη συμπεριφορά, θυμό ή απόσυρση. Όχι επειδή «δεν ακούει», αλλά επειδή προσπαθεί να πει κάτι που δεν μπορεί ακόμα να εκφράσει με λόγια.
Η συναισθηματική ασφάλεια είναι η βάση για την αυτοεκτίμηση, τις σχέσεις και τη μελλοντική ψυχική ανθεκτικότητα του παιδιού. Είναι το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί, να κάνει λάθη και να εξελιχθεί γνωρίζοντας ότι δεν είναι μόνο του.
